ισολογισμός

ισολογισμός
Λογιστικό έγγραφο, που παρουσιάζει την περιουσιακή κατάσταση μιας επιχείρησης ή ενός προσώπου σε μια ορισμένη χρονική στιγμή. ι. επιχείρησης. Ο ι. επιχείρησης είναι το λογιστικό έγγραφο που απεικονίζει την περιουσιακή κατάσταση μιας επιχείρησης στο τέλος μιας ορισμένης χρονικής περιόδου. Ο τακτικός ι. καταρτίζεται μία φορά στο τέλος του οικονομικού έτους (κατ’ εξαίρεση, την πρώτη φορά από την ίδρυση της επιχείρησης μπορεί να αφορά υπερδωδεκάμηνη χρήση), ενώ μπορούν να δημοσιεύονται και συνοπτικοί ι. κάθε τρίμηνο ή εξάμηνο, ανάλογα με τις διατάξεις των ισχυόντων νόμων. Ο τακτικός ι. των μετοχικών εταιρειών (ΑΕ κλπ.) υπόκειται στην έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εταιρικές νομικές πράξεις. Στο τέλος της ζωής μιας εταιρείας συντάσσεται ο τελικός ι. από τους εκκαθαριστές. Ο ι. χωρίζεται σε δύο μέρη: το ενεργητικό (απαιτήσεις, δηλαδή οι οφειλές άλλων μερών στην εταιρεία) και το παθητικό (υποχρεώσεις, δηλαδή οι οφειλές της εταιρείας σε άλλους), που είναι εξ ορισμού ισοσκελισμένα. Ο ι. παρουσιάζει μια στατική εικόνα της επιχείρησης, μια εικόνα της τελευταίας ημέρας της περιόδου. Γι’ αυτό και συνοδεύεται από τον οικονομικό απολογισμό ή λογαριασμό αποτελεσμάτων (κέρδη ή ζημίες), που απεικονίζει τη δραστηριότητα της επιχείρησης στη χρονική περίοδο και τη μεταβολή της περιουσίας της από αυτή τη δραστηριότητα. Από τον λογαριασμό αποτελεσμάτων προκύπτει το δικαίωμα των εταίρων για μέρισμα (από το μέρος των κερδών του οποίου αποφασίστηκε η διανομή), το ποσοστό των κερδών που προορίζεται για νόμιμο αποθεματικό κλπ. Στη σύνταξη του ι. αναφέρονται ξεχωριστά το ενεργητικό και το παθητικό, με πρόσθετη την καθαρή θέση της επιχείρησης. Στο ενεργητικό, που βρίσκεται πάντα στο αριστερό μέρος, εγγράφονται όλα τα υπάρχοντα (υλικά και άυλα) και υποθετικά (πιστώσεις) περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην επιχείρηση κατά την ημερομηνία έκδοσής του. Το παθητικό, που βρίσκεται στο δεξιό μέρος, περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις σε τρίτους, τις συνεισφορές κεφαλαίων από τους εταίρους, τα αποθεματικά και τις προβλέψεις. Με άλλα λόγια, το ενεργητικό δείχνει τους σκοπούς για τους οποίους έχουν διατεθεί οι πόροι που διαθέτει η επιχείρηση, ενώ το παθητικό δείχνει την προέλευσή τους. Τα κεφάλαια των μετόχων αναγράφονται στο παθητικό, γιατί πρόκειται ουσιαστικά για κεφάλαια που η επιχείρηση χρωστά στους μετόχους. Αναλυτικότερα, στο ενεργητικό εγγράφονται τα χρήματα του ταμείου (διαθέσιμα), οι πιστώσεις προς πελάτες και άλλους, το περιεχόμενο της αποθήκης (περιλαμβάνονται οι πρώτες ύλες, τα προϊόντα που βρίσκονται σε επεξεργασία και εκείνα που είναι έτοιμα προς πώληση). Εκτός από τα ποσά που βρίσκονται ήδη σε μορφή ρευστού, τα στοιχεία του ενεργητικού που πρόκειται να μεταμορφωθούν κανονικά σε χρήμα στον γύρο μίας και μόνης χρήσης ονομάζονται τρεχούμενες επενδύσεις και αποτελούν το κυκλοφορούν κεφάλαιο. Στο ενεργητικό παρουσιάζονται επίσης οι εκτάσεις γης, τα ακίνητα, οι μηχανές, οι άδειες ευρεσιτεχνίας (πατέντες) και γενικότερα πνευματικά δικαιώματα, δηλαδή τα αγαθά που αγόρασε ο επιχειρηματίας όχι με σκοπό τη μεταπώληση αλλά για να χρησιμοποιηθούν ως αναγκαία όργανα για την παραγωγική του δραστηριότητα, αποτελώντας τις πάγιες επενδύσεις ή τα λεγόμενα ακίνητα. Η διάκριση ανάμεσα σε πάγιες και τρεχούμενες επενδύσεις δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο σαφής όσο φαίνεται από πρώτη όψη. Πρώτα απ’ όλα, η ελάχιστη ποσότητα εφοδίων που είναι τεχνικά απαραίτητη για τη λειτουργία της επιχείρησης αποτελεί και αυτή, από οικονομική άποψη, μέρος των παγίων. Αντίθετα –αν και δεν εξαντλούν την ωφελιμότητά τους σε έναν μόνο παραγωγικό κύκλο και δεν μετατρέπονται αμέσως σε χρήμα– όλες οι πάγιες επενδύσεις έχουν περιορισμένη ζωή. Αν και διαρκούν περισσότερο από τις πρώτες ύλες, ακόμα και οι μηχανές, για παράδειγμα, πρέπει αργά ή γρήγορα να αντικατασταθούν, γιατί φθείρονται ή μπορούν να ξεπεραστούν τεχνικά. Γι’ αυτό και πρέπει η αξία τους να επανεισαχθεί στην κυκλοφορία. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται απόσβεση και πραγματοποιείται με την κατανομή του κόστους τέτοιων περιουσιακών στοιχείων σε έναν αριθμό χρήσεων που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη διάρκειά τους. Το παθητικό περιλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις (οφειλές) σε τρίτους (προμηθευτές, τράπεζες, κατόχους ομολογιών κλπ.) καθώς και τα ίδια τα κεφάλαια της επιχείρησης (κυρίως κεφάλαια και αποθεματικά). Αφαιρώντας από το ολικό ενεργητικό τις οφειλές σε τρίτους, προκύπτει η καθαρή θέση (δηλαδή η καθαρή περιουσία) της επιχείρησης. Ιδιαίτερη κατηγορία του παθητικού αποτελούν οι λεγόμενες προβλέψεις: απόσβεσης, υποτίμησης, ταλάντευσης των αξιών, για κάποιο άλλο κίνδυνο (όπως την πιθανότητα να χαθεί κάποια εκκρεμής δικαστική υπόθεση). Πρόκειται για πιθανές μειώσεις της περιουσίας οι οποίες, αν συγκεκριμενοποιηθούν, θα πρέπει να θεωρηθούν ως οφειλές και εγγράφονται στο παθητικό, ώστε να μην προκύπτει από τον ι. απερίσκεπτη εκτίμηση της επιχειρηματικής περιουσίας. Αντί να εγγραφούν στο παθητικό, μπορούν επίσης να εκπέσουν από την αξία των αντίστοιχων ενεργητικών στοιχείων στα οποία αναφέρονται (για παράδειγμα, αντί να δημιουργηθεί μια πρόβλεψη απόσβεσης ακινήτων που θα εγγραφεί στο παθητικό του ι. ως διορθωτικό στοιχείο της εγγραφής στο ενεργητικό ακίνητα, θα μπορούσε να μειωθεί απευθείας η αξία της ίδιας εγγραφής ακίνητα). Αυτή όμως η μέθοδος δεν συνιστάται. Πάντως, μέχρι να υλοποιηθούν, οι προβλέψεις αποτελούν απλώς μειώσεις της καθαρής αξίας της περιουσίας της επιχείρησης που αντιστοιχούν σε πιθανές μειώσεις του ενεργητικού και τα αποθεματικά αντιπροσωπεύουν αυξήσεις αυτής της καθαρής αξίας, που για κάποιον λόγο (που επιβάλλεται από τον νόμο ή τη θέληση του επιχειρηματία) δεν μπορούν να μοιραστούν ως κέρδη. ι. δαπανών. Ο ι. δαπανών έχει τελείως διαφορετική φύση από τον ι. των επιχειρήσεων που εξετάστηκε πιο πάνω, γιατί αποτελεί το έγγραφο στο οποίο εγγράφονται αφενός τα εισοδήματα ενός συγκεκριμένου προσώπου και αφετέρου οι σκοποί για τους οποίους προορίζονται τα εισοδήματα αυτά. Και αυτός επίσης μπορεί να διαχωρίζεται ως προβλεπτικός ή απολογιστικός (προϋπολογισμός ή απολογισμός). Στον προϋπολογισμό δαπανών, η εκτίμηση των διαθέσιμων μέσων προηγείται από την εκτίμηση των πιθανών σκοπών για τους οποίους θα διατεθούν, επειδή οι δεύτεροι πρέπει να μην ξεπερνούν τα όρια των πρώτων. Ο απλούστερος και πιο διαδεδομένος ι. είναι ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Ι. δαπανών είναι επίσης των ιδιωτικών ή δημόσιων οργανισμών που δεν ασχολούνται με παραγωγική εργασία αλλά περιορίζονται στη διαχείριση των καρπών μιας περιουσίας ή εισοδημάτων άλλης προέλευσης. Ι. δαπανών είναι και ο κρατικός προϋπολογισμός. Ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ισολογισμός δαπανών· στη φωτογραφία, τα έντυπα του προϋπολογισμού που κατατίθενται στη Βουλή προς ψήφιση (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
ο
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ισολογίζω, η καταγραφή και σύγκριση εσόδων και εξόδων
2. συνοπτικός πίνακας που συντάσσεται σύμφωνα με τους κανόνες τής λογιστικής και παρουσιάζει τη συνολική περιουσιακή κατάσταση μιας επιχείρησης ή ενός κράτους με συγκριτική παράθεση τών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού (εσόδων και εξόδων).
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. ιταλ. bilancio pareggiamento saldo. Η λ. μαρτυρείται από το 1813 στον Αδ. Κοραή].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ισολογισμός — ο λογιστική πράξη που γίνεται κατά το κλείσιμο των λογαριασμών μιας επιχείρησης για να διαπιστωθεί ποιο είναι το ενεργητικό και το παθητικό της καθώς και η καθαρή περιουσία της: Κατάστρωση ισολογισμού. – Ο ισολογισμός έχει δύο σκέλη, το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ετεροσκελής — ές (ΑΜ ἑτεροσκελής, ές) νεοελλ. μσν. (για ανθρώπους) αυτός που έχει το ένα μόνο από τα δύο πόδια, ο ανισοσκελής, ο ετερόπους, ο χωλός, ο κουτσός νεοελλ. φρ. «ετεροσκελής ισολογισμός» α) ο ισολογισμός που περιέχει μόνο το κεφάλαιο τών εσόδων ή τών …   Dictionary of Greek

  • στατικός — ή, ό / στατικός, ή, όν, ΝΑ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη στάση, που προκαλεί στάση, που προκαλεί ακινησία, σε αντιδιαστολή προς αυτόν που αναφέρεται στην κίνηση ή στη μεταβολή 2. το θηλ. ως ουσ. η στατική γένος αγγειόσπερμων δικότυλων… …   Dictionary of Greek

  • έκθεση — Γενικός όρος, με τον οποίο στον τομέα της παραγωγής (υλικής, τεχνολογικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής), του εμπορίου και της προπαγάνδας (ακόμα και με την πιο ευρεία έννοιά της) υποδηλώνεται η συγκέντρωση σε καθορισμένο τόπο και χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • έκλογος — (I) ἔκλογος, ο (Α) 1. διήγηση 2. ισολογισμός. (II) ἔκλογος, ον (AM) μσν. παράλογος αρχ. εκλεκτός, διαλεχτός …   Dictionary of Greek

  • εκλογή — Τίτλος μηνιαίας έκδοσης μικρού σχήματος, με ποικίλη ύλη. Ιδρύθηκε το 1945 από τη Βρετανική Υπηρεσία Πληροφοριών με έδρα την Αθήνα. Το 1950 ανέλαβε τη συνέχιση της έκδοσης η ημερήσια εφημερίδα Καθημερινή. Το 1960 η Ε. έγινε δεκαπενθήμερη, αλλά… …   Dictionary of Greek

  • μπαλάντσο — το ισολογισμός, ισοζύγιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. balanzo (βλ. λ. μπαλάντζα)] …   Dictionary of Greek

  • λίζινγκ — (leasing). Διεθνής αγγλικός όρος που υποδηλώνει τη χρηματοδοτική μίσθωση. Πρόκειται για ένα είδος χρηματοδότησης που αρχικά αφορούσε επιχειρήσεις και μεγάλα κεφαλαιουχικά στοιχεία (μηχανολογικό εξοπλισμό ή ακίνητα κλπ.), αλλά στη συνέχεια… …   Dictionary of Greek

  • λογιστική — Οικονομικό διοικητική επιστήμη, σχετική με την τήρηση των λογαριασμών, δηλαδή την εκτίμηση και την καταχώριση σε νομισματικές μονάδες της κίνησης αξιών, η οποία απορρέει από την οικονομική δραστηριότητα, την ταξινόμηση της κίνησης αυτής και την… …   Dictionary of Greek

  • παλάντσο — το (λ. ιταλ.), λογιστική τακτοποίηση εσόδων και εξόδων μιας επιχείρησης, αλλ. ισολογισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”